
Νίτσιρεν (1222-1282): Ο ιερέας, ο οποίος καθιέρωσε τη μορφή του Βουδισμού που ασπάζονται τα μέλη της Σόκα Γκάκκαϊ, είναι μια ξεχωριστή προσωπικότητα στην κοινωνική και θρησκευτική Ιστορία της Ιαπωνίας. Τα μέλη της Σόκα Γκάκκαϊ συχνά τον αναφέρουν με τον τιμητικό τίτλο «Νταϊσόνιν», που σημαίνει «μέγας σοφός». Ήταν ένας άνθρωπος επικριτικός απέναντι στις καθιερωμένες βουδιστικές σχολές της εποχής του και απέναντι στους εκπροσώπους της κοσμικής εξουσίας. Ωστόσο ήταν συναισθηματικός και φιλεύσπλαχνος, όπως αποδεικνύει το περιεχόμενο των πολυάριθμων επιστολών που είχε στείλει στους πιστούς. Μάλιστα, αυτό το ουσιαστικό ενδιαφέρον του για την ευημερία των καθημερινών ανθρώπων όξυνε την αντιπαλότητά του με τις κυβερνητικές αρχές, που τότε ασκούσαν κατασταλτικές και συχνά βίαιες πολιτικές.
Σε μια κοινωνία που επιβίωνε υπακούοντας στην εξουσία, ο Νταϊσόνιν αντιμετώπιζε διαρκώς κακουχίες και διωγμούς. Η ζωή του ήταν αφιερωμένη στη διάδοση μιας διδασκαλίας ικανής να απαλλάξει τους ανθρώπους από τα δεινά και ικανής να δημιουργήσει τις συνθήκες για μια κοινωνία βασισμένη στον σεβασμό προς τη θεμελιώδη αξιοπρέπεια και ισότητα όλων των ανθρώπων. Αυτό το ίδιο ιδανικό εμπνέει μέχρι και σήμερα τα μέλη της Σόκα Γκάκκαϊ σε όλες τις δραστηριότητές τους.
Τα πρώτα χρόνια
Ο Νίτσιρεν γεννήθηκε σε ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό, από γονείς ψαράδες, που ανήκαν στη χαμηλότερη κοινωνική τάξη, σύμφωνα με την αυστηρή ιεραρχία του 13ου αιώνα στην Ιαπωνία. Σε ηλικία 12 χρονών (μέτρηση Ανατολικής Ασίας)[1], άρχισε τη φοίτησή του στον τοπικό ναό Σεϊτσό-τζι και εντάχθηκε επίσημα στο ιερατείο όταν έγινε 16 χρονών. Ο Νίτσιρεν συγκινήθηκε από τη δυστυχία των καθημερινών ανθρώπων, έτσι όπως έβλεπε τους συγχωριανούς του να βασανίζονται ολημερίς. Η έγνοια του για τον ανθρώπινο πόνο λειτούργησε σαν μια εκ βαθέων κινητήρια δύναμη στις προσπάθειές του να κατανοήσει τον πυρήνα των βουδιστικών δογμάτων. Σε μία από τις επιστολές του, περιγράφει πώς, από τότε που ήταν παιδί, προσευχόταν «να γίνει ο σοφότερος άνθρωπος στην Ιαπωνία»[2].
Μετά τη είσοδό του στο ιερατείο, άρχισε για τον Νίτσιρεν μια περίοδος εντατικής μελέτης. Εντρύφησε στις σούτρες διαφόρων βουδιστικών σχολών και πέρασε αρκετά χρόνια στα μεγαλύτερα κέντρα βουδιστικών μελετών της Ιαπωνίας.
[1]. Στην Ιαπωνία και στις άλλες χώρες της Ανατολικής Ασίας, ο παραδοσιακός τρόπος μέτρησης της ηλικίας υπαγόρευε ότι ο άνθρωπος ήταν ενός έτους την ημέρα της γέννησής του. (Σ.τ.Μ.)
[2]. Απόσπασμα από την επιστολή του Νίτσιρεν, με τίτλο «The Tripitaka Master Shan-wu-wei» («Ο Σαν-βου-βέι, αυθεντία της Τριπιτάκα»), που είχε παραλήπτες τον Γκιτζό-μπο και τον Τζόκεν-μπο. Βλ. The Writings of Nichiren Daishonin, A΄ τόμος, α.α. κειμένου 17, σ. 176 (www.nichirenlibrary.org). (Σ.τ.Μ.)
Καθιερώνοντας τη διδασκαλία του – Αντιμετωπίζοντας διωγμούς
Στις 28 Απριλίου 1253, σε ηλικία 32 χρονών, επέστρεψε στον ναό Σεϊτσό-τζι και σε μία διάλεξη ανακοίνωσε το πόρισμα στο οποίο τον οδήγησαν οι μελέτες του. Δήλωσε ότι το επίκεντρο της φώτισης του Σακιαμούνι βρίσκεται στη Σούτρα του Λωτού, στην οποία εμπεριέχεται ο Μυστικός Νόμος ή η αλήθεια στην οποία είχε αφυπνιστεί ο Βούδας. Ο Νίτσιρεν όρισε αυτόν τον Νόμο ως «Ναμ μιόχο ρένγκε κιο», αποκρυσταλλώνοντας την υπέρτατη πραγματικότητα που διακηρύσσεται στη Σούτρα του Λωτού σε μια μορφή προσιτή σε οποιονδήποτε στο σύμπαν. Ο Νίτσιρεν έθεσε υπό αμφισβήτηση τις μεγαλύτερες βουδιστικές σχολές της εποχής του, διακηρύσσοντας ότι αυτός ο Νόμος είναι η μοναδική διδασκαλία που μπορεί να οδηγήσει όλους τους ανθρώπους στη φώτιση.
Από την ημέρα που ο Νίτσιρεν διέψευσε τις καθιερωμένες διδασκαλίες, ενοχλήθηκαν τόσο οι ιερείς και οι μαθητές εκείνων των σχολών, όσο και σημαντικοί αξιωματούχοι της κυβέρνησης, οι οποίοι άρχισαν να του συμπεριφέρονται εχθρικά, και να τον υποβάλλουν σε ταλαιπωρίες και διωγμούς.
Το 1260, στον απόηχο μιας σειράς ολέθριων φυσικών καταστροφών, ο Νίτσιρεν έγραψε την πιο γνωστή από όλες τις πραγματείες του, με τίτλο «Η καθιέρωση της ορθής διδασκαλίας για την ειρήνη στη χώρα» («On Establishing the Correct Teaching for the Peace of the Land»). Σε αυτήν αναπτύσσει την άποψη ότι ο μόνος τρόπος για να αποκατασταθούν η ειρήνη και η τάξη, αλλά και για να αποφευχθεί η επέκταση της καταστροφής, είναι να αναβιώσει το πνεύμα σεβασμού για την αξιοπρέπεια και την τελειότητα της ανθρώπινης ζωής, μέσω της πίστης στη Σούτρα του Λωτού. Ανέλυσε το σκεπτικό που τον παρακίνησε να μιλήσει ως εξής: «Πώς θα μπορούσα να παρατηρώ την παρακμή του βουδιστικού Νόμου και να μη με πλημμυρίζουν αισθήματα οίκτου και ανησυχίας;»[1]
Παρουσίασε αυτή την πραγματεία του στους αξιωματούχους των ανώτατων πολιτικών αρχών της Ιαπωνίας και τους προέτρεψε να στηρίξουν τη διεξαγωγή μιας δημόσιας συζήτησης με τους εκπροσώπους των άλλων σχολών του Βουδισμού. Εκείνοι όμως αγνόησαν την έκκληση για δημόσια συζήτηση, την οποία ο Νταϊσόνιν συνέχισε να επαναλαμβάνει σε όλη τη ζωή του. Έπειτα από έναν χρόνο τον εξόρισαν στη χερσόνησο Ίζου.
[1]. Nichiren Daishonin, Η καθιέρωση της ορθής διδασκαλίας για την ειρήνη στη χώρα (On Establishing the Correct Teaching for the Peace of the Land), ibid., σ. 30, ο οικοδεσπότης (Νίτσιρεν) απευθύνει αυτά τα λόγια στον επισκέπτη. (Σ.τ.Μ.)

Η καθοριστικής σημασίας κρίση
Κατά τη διάρκεια των επόμενων ετών, ο Νίτσιρεν δεν έπαψε να επικρίνει τα άλλα βουδιστικά δόγματα, με αποτέλεσμα οι άλλες σχολές και οι κυβερνητικές αρχές να εξαπολύσουν εναντίον του επανειλημμένους διωγμούς. Σε αυτούς τους διωγμούς περιλαμβάνονταν ένοπλες επιθέσεις και ενέδρες, με αποκορύφωμα την απόπειρα δολοφονίας του, στην παραλία του Τατσουνοκούτσι, κοντά στην Καμακούρα. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ελάχιστα λεπτά πριν τον αποκεφαλίσουν, διέσχισε τον ουρανό ένα φωτεινό αντικείμενο, που τρομοκράτησε με τη λαμπρότητά του τους αξιωματούχους και τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν την προσπάθεια. Ο Νίτσιρεν εξορίστηκε στη νήσο Σάντο, όπου –αν και αντιμετώπιζε ακραίες στερήσεις– συνέχισε να μοιράζεται τις διδασκαλίες του με τους πιστούς, γράφοντας πραγματείες και ενθαρρυντικές επιστολές.
Η θριαμβευτική έκβαση του διωγμού του στο Τατσουνοκούτσι είχε εξαιρετική σημασία για τον ίδιο τον Νίτσιρεν. Επιβεβαίωσε ότι, ενώ παρέμενε ένας καθημερινός άνθρωπος, διέθετε την αληθινή και αυθεντική ταυτότητα ενός Βούδα, ο οποίος με αφοσίωση διαδίδει τη διδασκαλία του Ναμ μιόχο ρένγκε κιο και παρέχει στους ανθρώπους τα μέσα για να απαλλάξουν τον εαυτό τους από τα βάσανα στο πιο θεμελιώδες επίπεδο. Μετά τα προαναφερθέντα άρχισε να χαράζει το Γκοχόνζον για τους πιστούς του. Επρόκειτο για ένα ειλητάριο, με χαραγμένους κινεζικούς και σανσκριτικούς χαρακτήρες, στους οποίους ενσωματώνεται ο Μυστικός Νόμος και σε αυτόν τον Νόμο έλαβε τη φώτιση ο Νίτσιρεν.
Η εγκατάσταση στο όρος Μινόμπου
Το 1274, ο Νίτσιρεν απαλλάχτηκε από τις κατηγορίες και επέστρεψε στην Καμακούρα, το κέντρο της πολιτικής εξουσίας στην Ιαπωνία. Για άλλη μια φορά προέτρεψε τις κυβερνητικές αρχές να άρουν την εμπιστοσύνη τους από τις εσφαλμένες διδασκαλίες, όμως εκείνοι αρνήθηκαν να ακούσουν τη συμβουλή του Νταϊσόνιν, παρόλο που αυτή ήταν η τρίτη προσπάθειά του. Τότε αποφάσισε να φύγει από την Καμακούρα και να εγκατασταθεί στο όρος Μινόμπου, όπου αφοσιώθηκε στην προετοιμασία των μαθητών που θα συνέχιζαν το έργο της διάδοσης των διδασκαλιών, μετά τον θάνατο του μέντορά τους.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι μαθητές του ανέλαβαν τα ηνία των προσπαθειών διάδοσης, πείθοντας πολλούς ανθρώπους να ασπαστούν τις διδασκαλίες του Νίτσιρεν και ενισχύοντας τα θεμέλια αυτών των διδασκαλιών, ώστε να διασφαλίσουν την αντοχή και τη διάδοσή τους.
Στις 13 Οκτωβρίου του 1282, η τόσο σπουδαία ζωή του Νταϊσόνιν έφτασε στο τέλος της. Είχε παραμείνει πιστός στις πεποιθήσεις του και είχε εκπληρώσει την αποστολή της ζωής του, ανοίγοντας την οδό για να απαλλαγούν όλοι οι άνθρωποι από τα δεινά, καθιερώνοντας τη διδασκαλία του Ναμ μιόχο ρένγκε κιο και διακηρύσσοντας τη φιλοσοφία για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και για την ενδυνάμωση.
Η Σόκα Γκάκκαϊ θεωρεί ότι ο Νίτσιρεν είναι ο Βούδας της Σύγχρονης Εποχής του Νόμου (δηλαδή, της τρέχουσας ταραχώδους εποχής, όπως αυτή προβλέφθηκε στις βουδιστικές σούτρες), επειδή οι διδασκαλίες του προσφέρουν ελπίδα σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς και οδηγούν όλους τους ανθρώπους στη φώτιση.
Η Σόκα Γκάκκαϊ παραμένοντας πιστή στην κληρονομιά που άφησε ο Νίτσιρεν, λειτουργεί πλέον ως παγκόσμιο κίνημα που ενδυναμώνει τους ανθρώπους, για να ξεπερνούν τα δεινά τους, για να ζουν ολοκληρωμένη ζωή και για να συμβάλλουν στην εδραίωση της ειρήνης σε όλη την υφήλιο.

